αναγνωρίζω


αναγνωρίζω
[анагноризо] р. признавать, узнавать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναγνωρίζω" в других словарях:

  • ἀναγνωρίζω — recognize pres subj act 1st sg ἀναγνωρίζω recognize pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγνωρίζω — αναγνωρίζω, αναγνώρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναγνωρίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. γνωρίζω πάλι κάποιον ή κάτι που γνώρισα πρωτύτερα: Άλλαξες πολύ, κόντεψε να μη σε αναγνωρίσω. 2. παραδέχομαι κάτι ως αληθινό, έγκυρο: Αναγνωρίζω την υπογραφή μου. 3. δε λησμονώ, δεν αρνούμαι: Αναγνωρίζω το ενδιαφέρον σου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγνωρίζω — (Α ἀναγνωρίζω) γνωρίζω εκ νέου κάποιον ή κάτι που μού ήταν γνωστό προηγουμένως, ξαναφέρνω στη μνήμη μου, θυμάμαι νεοελλ. 1. δέχομαι κάτι ως πραγματικό, ομολογώ, παραδέχομαι, αποδέχομαι, εκτιμώ 2. θεωρώ κάτι έγκυρο 3. (μτχ. παθ. πρκμ.)… …   Dictionary of Greek

  • ἀναγνωρίσατε — ἀναγνωρίζω recognize aor imperat act 2nd pl ἀ̱ναγνωρίσατε , ἀναγνωρίζω recognize aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀναγνωρίζω recognize aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγνωριεῖ — ἀναγνωρίζω recognize fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀναγνωρίζω recognize fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγνωριζόμενον — ἀναγνωρίζω recognize pres part mp masc acc sg ἀναγνωρίζω recognize pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγνωριζόντων — ἀναγνωρίζω recognize pres part act masc/neut gen pl ἀναγνωρίζω recognize pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγνωρισάντων — ἀναγνωρίζω recognize aor part act masc/neut gen pl ἀναγνωρίζω recognize aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγνωρίζει — ἀναγνωρίζω recognize pres ind mp 2nd sg ἀναγνωρίζω recognize pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)